ἄδδιξ

ἄδδιξ, -ιχος
Grammatical information: f.
Meaning: a measure, of four choinikes (Ar., fr. 709)
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. For the suffix cf. χοῖνιξ (which has -ικ-). Geminated -d- is rare in Ion.-Att. Measures are more borrowed. Cf. κάδδιχος s.v. κάδος. Fur. 130 n. 59 assumes a substr. word with k\/zero. Cf. also Szemerényi Studia Pagliaro 3 (1969) 248.
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άδδιξ — ἄδδιξ ( ιχος), η (Α) μέτρο χωρητικότητας, που ισοδυναμούσε με τέσσερεις χοίνικες*. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας. Πιθανόν πρόκειται για δάνειο από ξένη γλώσσα, όπως συμβαίνει με πολλές λέξεις που συνδέονται με έννοιες μετρήσεως π.χ. κοτύλη,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.